ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Πεζεσκιάν: Το Ιράν δεν επιζητεί πόλεμο – Κατηγορεί Ισραήλ και ΗΠΑ ότι
θέλουν να το καταστρέψουν
-
«Η Αμερική και το Ισραήλ επιδιώκουν να διχάσουν και να καταστρέψουν το
Ιράν, αλλά κανένας Ιρανός δεν θέλει το Ιράν να είναι διχασμένο», δήλωσε ο
Μασούντ ...
Πριν από 18 δευτερόλεπτα
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου