ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
CENTCOM: «Το ιρανικό καθεστώς χάνει τις αεροπορικές του δυνατότητες μέρα με
τη μέρα»
-
Η CENTCOM δημοσίευσε βίντεο που δείχνει την καταστροφή τριών ιρανικών
στρατιωτικών αεροσκαφών, τονίζοντας ότι οι αμερικανικές δυνάμεις «αποδομούν
συστημα...
Πριν από 1 ώρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου