ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Η ΝΔ επαναστατεί στην επαρχία: Ξεκινά από τη Μακεδονία με περιοδείες και
Πολιτική Ακαδημία
-
Σε εκλογικούς ρυθμούς μπαίνει προοδευτικά η Νέα Δημοκρατία, καθώς ο
μηχανισμός του κυβερνώντος κόμματος ενεργοποιείται. Ούτως ή άλλως την
επόμενη Τετάρτη...
Πριν από 48 δευτερόλεπτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου