ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Η μεγάλη στροφή του Ερντογάν: Ξέχασε το Ιράν, κοιτάει Σαουδική Αραβία και
Τραμπ
-
Με τις τελευταίες ειδήσεων -ανταποκρίσεις, ή ο κόσμος τρελάθηκε ή ο
Ερντογάν «ψώνια» ψωνίζει. Συγκεκριμένα μεταδίδονται έντονοι βομβαρδισμοί
περιοχών της...
Πριν από 4 ημέρες


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου