ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Γαλλία: «Ούτε ο καιρός ούτε ο Μακρόν θα με αποτρέψουν»-«Πλημμύρισαν» από
800.000 διαδηλωτές οι πόλεις
-
Οι συγκρούσεις ήταν έντονες μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών, στους
δρόμους του Παρισιού.
Το άρθρο Γαλλία: «Ούτε ο καιρός ούτε ο Μακρόν θα με
αποτρέψο...
Πριν από 12 δευτερόλεπτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου