ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Φωτιά τώρα στο Αλιβέρι Εύβοιας κοντά σε κατοικίες
-
Πυρκαγιά σε αγροτοδασική έκταση στη Δημοτική Ενότητα Ταμυνέων, στο Αλιβέρι
Ευβοίας, μαίνεται από τις 12:00 της Τρίτης. Επιτόπου έσπευσαν 35
πυροσβέστες, ...
Πριν από 22 δευτερόλεπτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου