ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Το ξέσπασμα του πατέρα του αδικοχαμένου Έλληνα συντονιστή: Θα σας κυνηγάω
και από τον τάφο μου
-
Ανείπωτη θλίψη αλλά και ξεχειλίζουσα οργή έχει προκαλέσει η αεροπορική
τραγωδία στην Ψάθα, όπου δύο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια
κατάσβεσ...
Πριν από 55 δευτερόλεπτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου