ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Μετά τα 40 δεν γίνεσαι κακός, γίνεσαι απλώς ειλικρινής και ο Σοπενχάουερ το
γνώριζε καλά
-
Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή, κάπου γύρω στα σαράντα, που η όραση δεν
αδυνατίζει, αλλά γίνεται τρομακτικά καθαρή. Είναι η στιγμή που το πέπλο της
νιότης σκ...
Πριν από 16 δευτερόλεπτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου