ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Μέση Ανατολή / Το Ιράν κατέσχεσε πλοία και αρνείται το άνοιγμα – Αβέβαιες
οι διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ
-
Το Ιράν προχώρησε στην κατάσχεση δύο πλοίων στα Στενά του Ορμούζ και
απέκλεισε εκ νέου το ενδεχόμενο να ανοίξει τη θαλάσσια οδό όσο δεν αίρεται
ο αποκλεισμ...
Πριν από 9 δευτερόλεπτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου