ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Επιτέλους κοντά στην απόφαση για την κατάρρευση της γέφυρας στη Γένοβα μετά
από 43 θύματα και 8 χρόνια αναμονής.
-
Στις 14 Αυγούστου 2018, το πρωί, ο Αντρέα Τσερούλι, 48 ετών, κατευθυνόταν
προς τη δουλειά του στο λιμάνι του Βόλτρι, στα δυτικά εξωτερικά του Γένοβα,
ότα...
Πριν από 13 δευτερόλεπτα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου