ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Άσκηση ετοιμότητας την Παρασκευή σε σταθμούς της Γραμμής 1 του Μετρό (ΗΣΑΠ)
-
Η άσκηση θα γίνει με τη συμμετοχή της ΕΛ.ΑΣ, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας,
του ΕΚΑΒ και προσωπικού της ΣΤΑ.ΣΥ. Τις πρώτες πρωινές ώρες της Παρασκευής
03/0...
Πριν από 1 ώρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου