ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Ιράν: Απαγχονίστηκαν δυο άνδρες – Ο ένας κατηγορούνταν για κατασκοπεία υπέρ
της Μοσάντ
-
Δύο ακόμη εκτελέσεις πραγματοποιήθηκαν στο Ιράν, με τις αρχές να κατηγορούν
τον έναν άνδρα για σχέσεις με τη Μοσάντ και τον δεύτερο για τη δολοφονία
αστυ...
Πριν από 1 ώρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου