ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΟΜΑΙ
ρ। (αντιπολιτεύθηκα) είμαι πολιτικός αντίπαλος, εναντιώνομαι σε ορισμένη πολιτική (γεν।) αντιμάχομαι κάποιον, αντιδρώ σε κάτι
ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ
(η) ουσ। (Κ αντιπολίτευσις, -εως) η αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική αντίθεση στα σχέδια κάποιου, αντίπραξη το σύνολο των βουλευτών που ανήκουν στα έξω κόμματα।
Ο ίδιος όρος ισχύει και για τις ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ παρατάξεις κύριε Σταράμο।
Ησαστε έσεις και η παράταξή σας έτοιμοι λέγατε να διοικήσετε τον τόπο।
Τώρα που ακριβώς είστε, εσείς και οι σύμβουλοί σας;;
Τειρεσίας
Σεισμός 3,4 Ρίχτερ δυτικά της Ζακύνθου – Κοντά στις ακτές το επίκεντρο
-
Ο σεισμός σημειώθηκε στη 01:50 μετά τα μεσάνυχτα. Ασθενής σεισμική δόνηση
μεγέθους 3,4 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, σύμφωνα με την αυτόματη Λύση του
Γεωδυ...
Πριν από 1 ώρα


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου