Αρχές Αυγούστου του 1976 το τουρκικό ερευνητικό σκάφος «Hora» («Χόρα»), ένα γέρικο σκαρί που ναυπηγήθηκε στη Γερμανία μεσούντος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πλέει αργά στο βορειοδυτικό Αιγαίο, πραγματοποιώντας σεισμικές έρευνες σε θαλάσσιες περιοχές όπου ο βυθός, σύμφωνα με την Αθήνα, ανήκει στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Πλοία του Πολεμικού Ναυτικού μας παρακολουθούν κάθε του κίνηση, ενώ οι Ενοπλες Δυνάμεις βρίσκονται σε αυξημένη ετοιμότητα. Εχουν περάσει μόλις δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η κατάσταση με την εξ Ανατολών γειτονική χώρα εξακολουθεί να παραμένει τεταμένη.
...Το αντικείμενο της αποστολής μοιάζει εκ πρώτης όψεως καθαρά τεχνικό, η συλλογή σεισμικών δεδομένων για τον εντοπισμό πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Ομως αυτό που διακυβεύεται είναι πολύ μεγαλύτερο: ποιος έχει δικαιώματα στον βυθό του Αιγαίου και μέχρι πού φτάνουν αυτά τα δικαιώματα. Η έξοδος του «Χόρα» στο Αιγαίο (που μετά τη μετατροπή του από σωστικό/ρυμουλκό πλοίο σε ερευνητικό είχε μετονομαστεί επισήμως σε «MTA Sismik I», αλλά στην ελληνική ιστορία εκείνης της περιόδου θα περάσει με το παλιό του όνομα) άλλαζε πλέον τα δεδομένα. Εβγαζε την ελληνοτουρκική διαφορά από τις αίθουσες των διαπραγματεύσεων και τη μετέφερε στη θάλασσα, φέρνοντας τις δύο χώρες επικίνδυνα κοντά σε μια στρατιωτική αναμέτρηση.

Το πρωί της Κυριακής 8 Αυγούστου 1976 η εφημερίδα «Καθημερινή» αποτύπωνε στο πρωτοσέλιδό της το κλίμα με έναν τίτλο που δύσκολα άφηνε περιθώρια παρερμηνείας: «Παρεβιάσθη η υφαλοκρηπίδα». Ακριβώς από πάνω σημείωνε ότι «η Αγκυρα “δοκιμάζει” την ελληνική αποφασιστικότητα», ενώ ενημέρωνε ότι η κυβέρνηση μελετούσε κλιμάκωση των μέτρων μετά την επίδοση ελληνικής διακοίνωσης. Στην Αθήνα είχε ήδη γίνει σαφές ότι η κρίση δεν επρόκειτο πλέον να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη επεισόδιο ρηματικών διακοινώσεων. Η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή είχε μπροστά της μια δύσκολη εξίσωση. Επρεπε να καταστήσει σαφές ότι δεν θα αποδεχόταν τετελεσμένα στο Αιγαίο, χωρίς ταυτόχρονα να επιτρέψει το ξέσπασμα μιας πολεμικής σύγκρουσης.
Οπως διαβάζουμε στο δημοσίευμα: «Προκλητικά η Αγκυρα έθεσε σε δοκιμασία την ελληνική αποφασιστικότητα, παραβιάζοντας την ελληνική υφαλοκρηπίδα βορειοδυτικά της Λέσβου. Η πρόκληση αυτή, που ασφαλώς θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη στο Αιγαίο, προκάλεσε την επίδοση στην Αγκυρα διακοινώσεως της ελληνικής κυβερνήσεως. Η αντίδραση, όμως, της τουρκικής κυβερνήσεως, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, δεν ήταν θετική. Πολιτικοί παρατηρηταί στην Αθήνα σημειώνουν ότι η κυβέρνηση μετά την εξέλιξη αυτή προειδοποίησε τόσο την Αγκυρα όσο και φιλικές κυβερνήσεις ότι η Τουρκία παίζει με την φωτιά. Προειδοποίησε ακόμη ότι επιθυμεί να συμπεριφερθή κατά τρόπο ψύχραιμο, ώστε να διατηρηθή η ειρήνη, αλλ’ ότι είναι αποφασισμένη να διασφαλίση τα ελληνικά δικαιώματα με κάθε θυσία».

Υφαλοκρηπίδα: Ο βυθός που απέκτησε πολιτική σημασία
Για να γίνει αντιληπτό τι ακριβώς συνέβαινε εκείνες τις ημέρες χρειάζεται πρώτα να αποσαφηνιστεί η έννοια που βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης. Η υφαλοκρηπίδα δεν είναι η θάλασσα, ούτε τα χωρικά ύδατα ενός κράτους. Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο εκτείνονται έως τα 6 ναυτικά μίλια (περίπου 11,1 χλμ.) από τις ακτές. Πέρα από αυτό το όριο, η υφαλοκρηπίδα αφορά τον βυθό και το υπέδαφος της θάλασσας, όπου το παράκτιο κράτος διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα για την έρευνα και την εκμετάλλευση φυσικών πόρων, όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Η Σύμβαση της Γενεύης του 1958, που αποτελούσε τότε βασικό σημείο αναφοράς, αναγνώριζε ρητά ότι και τα νησιά μπορούν να έχουν υφαλοκρηπίδα. Ακριβώς εκεί βρισκόταν μία από τις βασικές διαφωνίες Αθήνας και Αγκυρας. Η ελληνική πλευρά θεωρούσε ότι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δημιουργούν δικά τους δικαιώματα στον βυθό, ενώ η τουρκική επιχειρηματολογία απέρριπτε αυτή την ερμηνεία και υποστήριζε πως τα νησιά δεν μπορούσαν να αποκόπτουν τη φυσική προέκταση της Ανατολίας (σ.σ.: Μικράς Ασίας) προς το Αιγαίο.
Πώς φτάσαμε στην κρίση του 1976: Ολα ξεκινούν από την πετρελαϊκή κρίση του 1973
Η διαφορά είχε αρχίσει να αποκτά πραγματική οικονομική σημασία λίγα χρόνια νωρίτερα. Η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση του 1973 εκτόξευσε τις τιμές της ενέργειας και έκανε την αναζήτηση νέων κοιτασμάτων στρατηγική προτεραιότητα για ολόκληρη τη Δύση. Μέσα σε αυτό το κλίμα, την 1η Νοεμβρίου 1973 η Τουρκία παραχώρησε στην κρατική πετρελαϊκή εταιρεία TPAO άδειες έρευνας σε περιοχές του Αιγαίου δυτικά των τουρκικών ακτών και δημοσίευσε χάρτη με ζώνες ερευνών που εκτείνονταν δυτικά μιας σειράς ελληνικών νησιών, σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες η Αθήνα θεωρούσε ότι ανήκαν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα.
Λίγους μήνες αργότερα, στις αρχές του 1974, η ανακάλυψη πετρελαίου στην περιοχή του Πρίνου, ανοικτά της Θάσου, επιβεβαίωσε ότι ο βυθός του Βορείου Αιγαίου μπορούσε πράγματι να κρύβει εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα. Η αρχική εντύπωση μάλιστα ήταν ότι οι ποσότητες ενδεχομένως να ήταν πολύ μεγαλύτερες από όσες τελικά αποδείχθηκαν, γεγονός που αύξησε ακόμη περισσότερο το οικονομικό και στρατηγικό ενδιαφέρον γύρω από τον βυθό του Αιγαίου.
Ιανουάριος 1975: Ο Καραμανλής επιλέγει τη Χάγη
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής επέλεξε να επιχειρήσει τη μεταφορά της ελληνοτουρκικής διαφοράς από το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης σε εκείνο του διεθνούς δικαίου. Η επιλογή της προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν έγινε, όπως συχνά θεωρείται, υπό την πίεση της κρίσης του «Χόρα» το καλοκαίρι του 1976. Είχε προηγηθεί κατά περίπου ενάμιση χρόνο. Στις 27 Ιανουαρίου 1975 η ελληνική κυβέρνηση επέδωσε στην Αγκυρα ρηματική διακοίνωση, προτείνοντας την υπογραφή συνυποσχετικού ώστε η διαφορά για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου να παραπεμφθεί στη Χάγη.
Το πόσο επικίνδυνη θεωρούνταν ήδη εκείνη την περίοδο η κατάσταση αποτυπώνεται και σε μια απόρρητη αμερικανική έκθεση. Στις 5 Φεβρουαρίου 1975, η Υπηρεσία Πληροφοριών του αμερικανικού Υπουργείου Αμυνας (Defense Intelligence Agency – DIA), σε έκθεση με τίτλο «Greece – Turkey: The Aegean Seabed Dispute», χαρακτήριζε το ζήτημα του Αιγαίου «δυνητικά πιο εκρηκτικό από το Κυπριακό», καθώς, όπως σημειωνόταν, σε αυτό εμπλέκονταν άμεσα τα εθνικά συμφέροντα και των δύο χωρών. Η ίδια έκθεση προειδοποιούσε ότι, εάν δεν άρχιζαν διαπραγματεύσεις για το ζήτημα του βυθού, ακόμη κι ένα μεμονωμένο επεισόδιο θα μπορούσε, λόγω λανθασμένων εκτιμήσεων ή υπερβολικής αντίδρασης της μιας ή της άλλης πλευράς, να εξελιχθεί σε μεγάλη ελληνοτουρκική σύγκρουση.
Μόλις μία ημέρα αργότερα, στις 6 Φεβρουαρίου, ήρθε και η επίσημη τουρκική απάντηση στην ελληνική πρόταση. Η Αγκυρα δήλωνε ότι αντιμετώπιζε κατ’ αρχήν ευνοϊκά την ελληνική πρόταση για παραπομπή στη Χάγη, αλλά ταυτόχρονα ζητούσε την έναρξη συνομιλιών σε υψηλό επίπεδο. Η διαφορά για μια ακόμη φορά ήταν σημαντική και ουσιαστική. Η Αθήνα ήθελε να οριστεί με σαφήνεια το νομικό αντικείμενο και να αφεθεί η επίλυσή του στα μέλη του Διεθνούς Δικαστηρίου ενώ η τουρκική πλευρά προτιμούσε ευρύτερη πολιτική διαπραγμάτευση, με στόχο να ανοίξει η βεντάλια των θεμάτων και να προστεθούν κι άλλα θέματα. Αυτή η διαφορετική αντίληψη, νομική διευθέτηση από τη μία, πολιτική διαπραγμάτευση από την άλλη, θα ακολουθούσε έκτοτε σχεδόν κάθε προσπάθεια προσέγγισης, φθάνοντας έως και σήμερα.
Μάιος 1975: Οι πρωθυπουργοί Ελλάδας και Τουρκίας κάθονται στο ίδιο τραπέζι
Την 31η Μαΐου 1975 οι πρωθυπουργοί Ελλάδας και Τουρκίας συναντιούνται σε ουδέτερο έδαφος, στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ. Στη μέση του τραπεζιού κάθεται ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ακριβώς δίπλα ο ομόλογός του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, που έχει αναλάβει τα ηνία της εξουσίας από τα τέλη Μαρτίου. Τα όσα ειπώθηκαν τα γνωρίζουμε από το πρακτικό της συνάντησης. Η τουρκική αντιπροσωπεία, αφού αναφέρθηκε στο Κυπριακό τονίζοντας πως επιδιώκει συμφωνία για την αποδοχή διζωνικής ομοσπονδίας, ακολούθως ζήτησε τη χάραξη μιας νέας ζώνης ελέγχου των αεροπορικών πτήσεων (FIR) ακριβώς στη μέση του Αιγαίου καθώς επίσης και την αποστρατιωτικοποίηση νησιών του αρχιπελάγους.

Αναφορικά με την υφαλοκρηπίδα επισήμανε πως «η Ελλάς διά της γραμμής που ακολουθεί διεκδικεί δι’ εαυτήν το δικαίωμα της εκμεταλλεύσεως διά το σύνολον του Αιγαίου. Αυτό όμως δεν είναι δίκαιον και πρέπει να εξευρεθή η ορθή λύσις, μέσω διαπραγματεύσεων». Ο Καραμανλής θα απαντήσει πως το θέμα δημιουργήθηκε από την Τουρκία, «παρά ταύτα η Ελλάς διά να δείξη την καλήν της πίστιν, επρότεινε την προσφυγήν εις το Δικαστήριον της Χάγης. […] Προτείνουμε συνεπώς, όπως επισπευσθεί η έναρξις διαδικασίας του Διεθνούς Δικαστηρίου».
Μάλιστα, το κοινό ανακοινωθέν είναι ξεκάθαρο: «Οι δύο Πρωθυπουργοί είχαν την ευκαιρία κατά την συνάντησίν των να προβούν εις ανασκόπησιν των προβλημάτων, τα οποία προεκάλεσαν την παρούσαν κατάστασιν εις τα σχέσεις των δύο χωρών. Απεφάσισαν ότι τα προβλήματα ταύτα πρέπει να επιλυθούν ειρηνικώς μέσω διαπραγματεύσεων και όσον αφορά το θέμα της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης». Το ανακοινωθέν δεν έφερε υπογραφές. Χρησιμοποιήθηκε από την Ελλάδα κατά τη μονομερή προσφυγή το 1976 για ν’ αποδείξει ότι υπήρχε και η συναίνεση της Τουρκίας για προσφυγή, αλλά το επιχείρημα δεν έγινε δεκτό. Παρά το γεγονός ότι ο Ντεμιρέλ ακολούθησε μια άτεγκτη γραμμή, όταν επέστρεψε στη χώρα του δέχθηκε οξύτατη επίθεση από την αξιωματική αντιπολίτευση του Μπουλέντ Ετσεβίτ, που τον κατηγόρησε για διαλλακτικότητα, ενώ και οι γραφειοκράτες του υπουργείου Εξωτερικών πείθουν την πολιτική ηγεσία πως είναι λάθος η προσφυγή στη Χάγη. Ετσι ο πρωθυπουργός αλλάζει άρδην τακτική.
Οσο περνά ο καιρός η Αγκυρα αρχίζει να υποβαθμίζει την άμεση παραπομπή στη Χάγη και να επιμένει ότι έπρεπε πρώτα να γίνουν ουσιαστικές διμερείς διαπραγματεύσεις. Οι συναντήσεις εμπειρογνωμόνων που προγραμματίζονταν καθυστερούσαν κι όσες γίνονταν δεν απέφεραν κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Μάρτιος 1976: Το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας εγκρίνει την έξοδο του «Χόρα»
Αρχές του 1976 οι δύο πλευρές εξακολουθούσαν να μιλούν διαφορετική γλώσσα. Για την ελληνική πλευρά οι συνομιλίες έπρεπε να προετοιμάσουν το συνυποσχετικό που θα οδηγούσε στο Δικαστήριο. Για την τουρκική, αντιθέτως, η ίδια η οριοθέτηση έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικού παζαριού. Τον Μάρτιο του 1976 το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας ενέκρινε την αποστολή του «Χόρα» για σεισμικές έρευνες σε περιοχές μεταξύ Λέσβου, Αγίου Ευστρατίου και μικρασιατικών ακτών. Η κρίση είχε πλέον προαναγγελθεί.
Το τουρκικό ερευνητικό βγήκε τελικά στο Αιγαίο το καλοκαίρι του 1976 και στις 6 Αυγούστου πραγματοποίησε έρευνες σε περιοχή βορειοδυτικά της Λέσβου για την οποία η Ελλάδα δηλώνει πως ανήκει στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η Αθήνα αντέδρασε με διπλωματική διαμαρτυρία και οι Ενοπλες Δυνάμεις τέθηκαν σε αυξημένη ετοιμότητα, χωρίς όμως να δοθεί διαταγή προσβολής του σκάφους. Η επιλογή αυτή δεν σήμαινε παθητικότητα. Η στρατιωτική ετοιμότητα λειτουργούσε ως υπόβαθρο της διπλωματικής πίεσης, όχι ως υποκατάστατό της.

Δυναμική αντιμετώπιση ζητά ο Ανδρέας Παπανδρέου
Το κλίμα εκείνων των ωρών αποτυπώνεται καθαρά στις σελίδες της «Καθημερινής», όπου καταγράφεται αναλυτικά και η στάση της αντιπολίτευσης στην Ελλάδα. Στις εσωτερικές σελίδες του φύλλου της 8ης Αυγούστου 1976 υπάρχει μια είδηση που προαναγγέλλει την πολιτική φράση που επρόκειτο να επισκιάσει σχεδόν όλα τα υπόλοιπα γεγονότα της κρίσης. «Δυναμική αντιμετώπιση του “Χόρα” προτείνει ο κ. Παπανδρέου» είναι ο τίτλος του κειμένου, όπου αναφέρεται στον λόγο που επρόκειτο να εκφωνήσει το ίδιο βράδυ ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ σε συνεστίαση οπαδών του στην Αλεξανδρούπολη. Ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ήταν τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης (σ.σ.: το ΠΑΣΟΚ είχε έρθει τρίτο στις εκλογές του 1974, πίσω από την Ενωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις του Γεωργίου Μαύρου) ήταν όμως ήδη η πιο δυναμική ανερχόμενη προσωπικότητα της αντιπολίτευσης. Και από την ακριτική Θράκη επέλεξε να ασκήσει στον Καραμανλή τη σκληρότερη δυνατή πίεση.

«Βυθίσατε το “Χόρα”»: Η φράση που δεν ειπώθηκε ακριβώς έτσι
Στη συλλογική μνήμη η δήλωση-παρότρυνση του Ανδρέα Παπανδρέου προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή έμεινε με τρεις λέξεις: «Βυθίσατε το Χόρα». Ο Παπανδρέου, όμως, δεν χρησιμοποίησε αυτήν ακριβώς την προστακτική. Η διατύπωσή του ήταν ερωτηματική και πολιτικά επιθετική: «Εφόσον παραβιάζονται τα σύνορά μας, γιατί η κυβέρνηση δεν έδωσε την άμεση ελληνική απάντηση στην τουρκική επιβολή; Γιατί δεν εβύθισε το “Χόρα”;» αναρωτήθηκε. Με τον τρόπο αυτό φαινόταν να ασκεί δημόσια πίεση στον πρωθυπουργό να προβεί σε μια πιο δυναμική στρατιωτική αντίδραση απέναντι στην τουρκική πρόκληση.
Η «Καθημερινή» της 10ης Αυγούστου 1976 καταγράφει ήδη την επίδραση της παρέμβασής του. Κάτω από τον τίτλο «Ο κ. Κ. Καραμανλής ενημέρωσε τους αρχηγούς της αντιπολιτεύσεως», η εφημερίδα αντιπαραθέτει τις τοποθετήσεις των δύο κυριότερων αντιπολιτευτικών ηγετών: «Γ. Μαύρος: Να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις για τις βάσεις» και «Α. Παπανδρέου: Απαιτείται στρατιωτική αντίδραση στην πρόκληση». Ο Καραμανλής είχε επιλέξει την προηγούμενη μέρα να ενημερώσει την πολιτική ηγεσία για την κατάσταση και τα μέτρα που σχεδίαζε η κυβέρνηση. Η κίνηση αυτή είχε προφανή θεσμική αξία, αλλά και πρακτική χρησιμότητα. Σε μια κρίση που οποιοδήποτε λάθος μπορούσε να προκαλέσει ένοπλη αναμέτρηση, η κυβέρνηση ήθελε να γνωρίζει και η αντιπολίτευση ποια ακριβώς ήταν τα δεδομένα.

Υπήρξε συνεννόηση Καραμανλή – Παπανδρέου για την επίμαχη δήλωση;
Εδώ όμως αρχίζει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα παρασκήνια της μεταπολιτευτικής πολιτικής ιστορίας. Είχε προηγηθεί συνεννόηση ανάμεσα στον Καραμανλή και στον Παπανδρέου ώστε ο δεύτερος να υιοθετήσει μια τόσο σκληρή δημόσια γραμμή, την οποία ο Ελληνας πρωθυπουργός θα μπορούσε στη συνέχεια να επικαλεστεί προς το εξωτερικό ως απόδειξη των πιέσεων που δεχόταν στο εσωτερικό;
Ο ίδιος ο Παπανδρέου, σε κοινοβουλευτική συζήτηση της 23ης Μαΐου 1980, άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι υπήρχαν «κοινές αποφάσεις σε κρίσιμα θέματα» τις οποίες δεν μπορούσε να αποκαλύψει. Οπως είχε αναφέρει τότε: «Σε σχέση με το περίφημο “Βυθίσατε το Χόρα”, έχω πολλές φορές δεχθεί τα πυρά και της κυβέρνησης (σ.σ.: της Νέας Δημοκρατίας) και του Τύπου πάνω σ’ αυτό το σύνθημα. Είμαι δυστυχώς δεσμευμένος και δεν είμαι σε θέση να μιλήσω, οποιαδήποτε φθορά και αν αυτό επιφέρει, γιατί σέβομαι κοινές αποφάσεις σε κρίσιμα θέματα. Παραπέρα δεν είμαι σε θέση να πω, αλλά είμαι υποχρεωμένος, αν δεν σταματήσει αυτή η ιστορία, κάποτε να παραβιάσω τον λόγο μου και να μιλήσω».
Ακολουθούν, σύμφωνα με τα πρακτικά, «παρατεταμένα χειροκροτήματα εκ της πτέρυγος του ΠΑΣΟΚ». Το ενδιαφέρον όμως είναι το τι συνέβη αμέσως μετά. Ο τότε υπουργός Εθνικής Αμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, ο οποίος είχε προηγουμένως επιτεθεί στην εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το «Βυθίσατε το Χόρα», απάντησε στον Παπανδρέου ότι ήταν η πρώτη φορά που έκανε τέτοια δήλωση και ότι, εφόσον επικαλούνταν λόγους εθνικού συμφέροντος που δεν του επέτρεπαν να εξηγήσει περισσότερα, η κυβέρνηση όφειλε να το σεβαστεί.
Αμέσως μετά παρενέβη ο πρώην πρωθυπουργός και τότε βουλευτής Επικρατείας της Ν.Δ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος υποστηρίζοντας πως ο Παπανδρέου τού είχε εξηγήσει προσωπικά τον Αύγουστο του 1976 γιατί είχε κάνει τη δήλωση και ότι είχε πειστεί πως την έκανε «για λόγους εθνικούς».
Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη μαρτυρία. Ο Πέτρος Μολυβιάτης, ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Καραμανλή και άνθρωπος που βρισκόταν στον πυρήνα των χειρισμών εκείνων των ημερών, έχει υποστηρίξει κατηγορηματικά στη Βουλή την 9η Ιανουάριο του 2002 ότι το «Βυθίσατε το Χόρα» ειπώθηκε χωρίς προσυνεννόηση με τον Καραμανλή. Οπως διαβάζουμε στα πρακτικά εκείνης της ημέρας, ο Μολυβιάτης είχε υποστηρίξει παίρνοντας τον λόγο τα εξής: «Επειδή έχω προσωπική γνώση του θέματος, θα ήθελα να αποκαταστήσω την ιστορική ακρίβεια. Τον Αύγουστο του 1976 βγήκε το “Χόρα” για έρευνες στο Αιγαίο και μπήκε σε κάποια στιγμή στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, όπου άρχισε να κάνει έρευνες. Μου έδωσε τότε εντολή ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να ενημερώσω τα κόμματα της αντιπολιτεύσεως. Αναζήτησα τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος, μου είπαν, βρισκόταν σε περιοδεία στη Θράκη. Τότε δεν είχαμε κινητά τηλέφωνα και παρεκάλεσα τη Χωροφυλακή να βρει τον Ανδρέα Παπανδρέου και να τον ενημερώσω. Και πράγματι το απόγευμα μίλησα με τον Ανδρέα Παπανδρέου και του είπα: “Κύριε πρόεδρε, το “Χόρα” μπήκε στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, κάνει έρευνες και επομένως μπαίνουμε σε κρίση με την Τουρκία”. Μου απήντησε ο μακαρίτης Παπανδρέου: “Ο πρόεδρος νομίζει ότι πρέπει να εγκαταλείψω την περιοδεία μου και να επιστρέψω;”. Του είπα: “Κύριε πρόεδρε, αυτό είναι θέμα δικό σας. Οταν αποφασίσετε να επιστρέψετε, θα σας ενημερώσει πλήρως ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Καραμανλής”. Αυτή ήταν η πρώτη και η μόνη επαφή που εγένετο μεταξύ πρωθυπουργού δι’ εμού και του Ανδρέα Παπανδρέου για το επεισόδιο εκείνο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου γύρισε από τη Θράκη μετά δύο ημέρες -ήταν Παρασκευή η επαφή μας- τη Δευτέρα, και ενημερώθηκε από τον πρωθυπουργό. Το σύνθημα “Βυθίσατε το Χόρα” το είπε ενόσω βρισκόταν στη Θράκη, χωρίς καμία απολύτως προσυνεννόηση, χωρίς καμία επαφή με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η μόνη επαφή που έγινε ήταν δι’ εμού και η μόνη συζήτηση που είχαμε ήταν αυτή την οποία σας ανέφερα. Επομένως το λεγόμενο, ότι το “Βυθίσατε το Χόρα” ελέχθη με προσυνεννόηση, είναι απολύτως ανακριβές. Και επ’ αυτού μπορώ να σας διαβεβαιώσω προσωπικά διότι έχω προσωπική γνώση».
Την εκδοχή της συνεννόησης έχει, από την άλλη πλευρά, ενισχύσει ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ Παρασκευάς Αυγερινός, ο οποίος σε μεταγενέστερη συνέντευξή του στην «Καθημερινή» της Κυριακής 15 Απριλίου 2018 θυμόταν ότι ο Παπανδρέου, ενώ βρισκόταν στον Εβρο, είχε δεχθεί τηλεφώνημα και αμέσως μετά έκανε την επίμαχη δήλωση. «Ο Καραμανλής συνεννοούνταν με τον Ανδρέα για τα εθνικά θέματα», δήλωνε χαρακτηριστικά στον Παύλο Παπαδόπουλο. Και πρόσθετε: «Τον Αύγουστο του 1976 ο Ανδρέας ήταν στον Εβρο και δέχθηκε ένα τηλεφώνημα, προφανώς από τον Καραμανλή, και αμέσως μετά δήλωσε το περίφημο “Βυθίσατε το Χόρα”. Το καλοκαίρι του ’77 στη νέα κρίση στο Αιγαίο ο Καραμανλής ζήτησε και συναντήθηκε με τον Ανδρέα. Μας έλεγε μετά ο Ανδρέας ότι ο Καραμανλής τού είπε: “Δεν νομίζω να τολμήσουν, αλλά αν συμβεί κάτι να ξέρεις ότι θα μπλέξω τους μεγάλους, θα καλέσω τη Ρωσία στο Αιγαίο”. Και τελειώνοντας του είπε: “Να ξέρεις, μαζί θα αποφασίσουμε”». Με άλλα λόγια, άνθρωποι από το περιβάλλον του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ υποστηρίζουν πως υπήρξε συνεννόηση, κάτι όμως που διαψεύδεται από συνεργάτες του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας.
Η προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ
Επιστρέφουμε στην κρίση του 1976 καθώς την ώρα που κορυφωνόταν η πολιτική αντιπαράθεση, ο Καραμανλής είχε ήδη λάβει την απόφαση που θα καθόριζε τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα θα επιχειρούσε να αντιμετωπίσει την κρίση. Στις 10 Αυγούστου εκείνης της χρονιάς η χώρα κινήθηκε ταυτόχρονα σε δύο διεθνή πεδία. Προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, επικαλούμενη τον κίνδυνο για την ειρήνη, και κατέθεσε μονομερώς προσφυγή εναντίον της Τουρκίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την υφαλοκρηπίδα.
«Στο Συμβούλιο Ασφαλείας προσφεύγει η Ελλάς» ήταν ο κύριος τίτλος της «Καθημερινής» εκείνη την ημέρα, με υπότιτλο «Μονομερής προσφυγή και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης». Διαβάζουμε: «Εξαντλώντας και τα τελευταία περιθώρια ειρηνικών αντιδράσεων ενώπιον της τουρκικής προκλητικότητας, η Ελλάς προσφεύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ζητώντας να ληφθούν μέτρα κατά της Τουρκίας. Ταυτόχρονα, η ελληνική κυβέρνηση προειδοποιεί απερίφραστα την Αγκυρα ότι η πολιτική της αυθαιρεσίας, την οποία ακολουθεί με το “Σισμίκ”, θα οδηγήσει αργά ή γρήγορα σε περιπέτειες. Και ότι η απόφαση της Ελλάδος να μη χρησιμοποιήσει ακόμη βία, για να θέσει τέρμα στην παραβίαση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, από το σκάφος “Χόρα”, είναι προσωρινή, μια και αναφέρεται μόνον “στην φάση αυτή”, όπως τονίζει σε χθεσινές δηλώσεις του ο πρωθυπουργός κ. Κ. Καραμανλής, με τις οποίες απευθύνεται τόσο στην ελληνική όσο και στην διεθνή κοινή γνώμη. Ολα αυτά οδηγούν τους πολιτικούς παρατηρητές στην πρόβλεψη ότι ο κίνδυνος αναμετρήσεως περιορίζεται, για ένα σημαντικό διάστημα, χωρίς μακροπρόθεσμα να εκλείπει τελείως».

Σε διπλανή στήλη η εφημερίδα ενημέρωνε ότι οι Ενοπλες Δυνάμεις βρίσκονταν «σε πλήρη ετοιμότητα» και πως «το μεγαλύτερο μέρος του στόλου βρίσκεται από ημερών εν πλω στο Αιγαίο». Η στρατηγική που θα ακολουθούσαμε ήταν πλέον εμφανής. Στρατιωτική αποτροπή στο πεδίο, διεθνοποίηση της κρίσης πολιτικά και δικαστική αντιμετώπιση της νομικής διαφοράς. Με την προσφυγή ζητούσαμε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι τα νησιά της περιοχής δικαιούνται τη δική τους υφαλοκρηπίδα, να καθορίσει ποια τμήματα του βυθού ανήκουν αντιστοίχως στην Ελλάδα και την Τουρκία και να κρίνει ότι οι τουρκικές ερευνητικές ενέργειες σε περιοχή ελληνικών δικαιωμάτων ήταν παράνομες. Παράλληλα, αιτούμασταν προσωρινά μέτρα, ώστε μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης να μην πραγματοποιούνται μονομερείς έρευνες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τετελεσμένα. «Κατετέθησαν οι προσφυγές – Η κυβέρνηση προχωρεί στην ισχυρή προβολή των ελληνικών θέσεων», γράφει η «Καθημερινή» στις 11 Αυγούστου 1976 προσθέτοντας πως υπήρξε διεθνής κινητοποίηση προκειμένου «να αποτραπεί ο κίνδυνος ελληνοτουρκικής συρράξεως» και στο πλαίσιο αυτό η Αθήνα «συνέχισε και χθες την ενημέρωση των ξένων κυβερνήσεων».

Η επιλογή της μονομερούς προσφυγής ήταν τολμηρή ακριβώς επειδή η Αγκυρα δεν είχε υπογράψει το συνυποσχετικό που η Αθήνα επιδίωκε από τις αρχές του 1975. Η ελληνική νομική ομάδα προσπάθησε επομένως να θεμελιώσει με άλλους τρόπους τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, κυρίως πατώντας στη Γενική Πράξη της Γενεύης του 1928 για τον Ειρηνικό Διακανονισμό των Διεθνών Διαφορών (General Act for the Pacific Settlement of International Disputes) και στο κοινό ανακοινωθέν των Βρυξελλών του 1975.
Στο δε Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ η Αθήνα δεν ζητούσε να λυθεί η νομική διαφορά της υφαλοκρηπίδας αλλά παρέμβαση προκειμένου να αποτραπεί μια σύρραξη. Στις 25 Αυγούστου υιοθετήθηκε η απόφαση 395, η οποία καλούσε Ελλάδα και Τουρκία να επιδείξουν τη μέγιστη αυτοσυγκράτηση, να μειώσουν την ένταση και να επαναλάβουν απευθείας διαπραγματεύσεις, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη συμβολή που θα μπορούσαν να έχουν τα κατάλληλα δικαστικά μέσα και ειδικά το Διεθνές Δικαστήριο. Η απόφαση δεν δικαίωνε τις ουσιαστικές θέσεις καμίας από τις δύο πλευρές. Αντανακλούσε κυρίως την επιθυμία της διεθνούς κοινότητας να μην εξελιχθεί η διαφορά δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ σε ένοπλη σύγκρουση μέσα στο εξαιρετικά ευαίσθητο περιβάλλον του Ψυχρού Πολέμου.

Η Χάγη δεν έφθασε ποτέ στην ουσία της υπόθεσης
Η πρώτη απάντηση από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ήρθε γρήγορα. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1976 απέρριψε το ελληνικό αίτημα για προσωρινά μέτρα. Αυτό συχνά παρουσιάζεται απλουστευτικά ως απόφαση «κατά της Ελλάδας», όμως δεν ήταν απόφαση για το ποιος είχε δίκιο στην οριοθέτηση. Οι δικαστές απλώς έκριναν ότι, με βάση τα στοιχεία που είχαν ενώπιόν τους, δεν δημιουργούσαν οι σεισμικές έρευνες τέτοιο κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης ώστε να δικαιολογείται η λήψη προσωρινών μέτρων και αποφάσισαν ότι έπρεπε προηγουμένως να εξεταστεί αν το ίδιο το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. Με άλλα λόγια, η ουσία τού πού ακριβώς έπρεπε να χαραχθεί η γραμμή της υφαλοκρηπίδας παρέμενε μετέωρη.
Στο μεταξύ, η ένταση είχε υποχωρήσει αρκετά ώστε Αθήνα και Αγκυρα να επιστρέψουν στις συνομιλίες. Στις 11 Νοεμβρίου 1976 οι δύο πλευρές κατέληξαν στο λεγόμενο Πρακτικό της Βέρνης, έναν δεκάλογο διαδικαστικών αρχών για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων σχετικά με την υφαλοκρηπίδα. Ομονόησαν πως οι συνομιλίες θα διεξάγονταν με καλή πίστη και ότι θα απέφευγαν πρωτοβουλίες ή ενέργειες που θα μπορούσαν να βλάψουν τη διαπραγματευτική διαδικασία. Αυτό μπορεί να μην έλυνε κάποια διαφορά, αλλά έθετε τουλάχιστον ένα πλαίσιο αυτοσυγκράτησης μετά από ένα καλοκαίρι κατά το οποίο η απόσταση από τη διπλωματική σύγκρουση έως την ένοπλη αντιπαράθεση είχε αποδειχθεί επικίνδυνα μικρή.

Δεκέμβριος 1978: Η τελική απάντηση του Δικαστηρίου της Χάγης
Η τελική δικαστική απάντηση θα αργούσε περισσότερο από δύο χρόνια. Στις 19 Δεκεμβρίου 1978 το Διεθνές Δικαστήριο, με ψήφους 12 προς 2, έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει την ελληνική προσφυγή. Και εδώ βρίσκεται μια λεπτομέρεια που συχνά χάνεται στις σύντομες ιστορικές αναδρομές. Η απόφαση δεν έλεγε ότι οι ελληνικές θέσεις για την υφαλοκρηπίδα ήταν λανθασμένες. Το Δικαστήριο δεν εξέτασε ποτέ αυτές τις θέσεις. Εκρινε ότι η Γενική Πράξη της Γενεύης του 1928 για τον Ειρηνικό Διακανονισμό των Διεθνών Διαφορών δεν μπορούσε, λόγω της ελληνικής επιφύλαξης που συνόδευε την προσχώρηση σε αυτόν και της αρχής της αμοιβαιότητας, να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του στη συγκεκριμένη υπόθεση. Παράλληλα αποφάνθηκε ότι το ανακοινωθέν Καραμανλή – Ντεμιρέλ των Βρυξελλών δεν αποτελούσε δεσμευτική συμφωνία με την οποία οι δύο κυβερνήσεις είχαν αποδεχθεί εκ των προτέρων μια μονομερή παραπομπή της διαφοράς στη Χάγη.
Οπως θα έγραφε η «Καθημερινή» την επόμενη μέρα, 20 Δεκεμβρίου 1978, «η απόφαση αυτή θεωρείται από την ελληνική κυβέρνηση απλώς διαδικαστική, δεδομένου ότι δεν θίγει την ουσία του θέματος, ούτε τις ουσιαστικές και νομικές θέσεις της χώρας μας, οι οποίες, όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση, διατηρούν ακεραία την αξία τους». Αυτό είναι και το ουσιαστικό ιστορικό μάθημα της πρώτης ελληνικής προσφυγής. Το Διεθνές Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί μιας διακρατικής διαφοράς απλώς επειδή μία από τις δύο χώρες θεωρεί ότι έχει δίκιο και αποφασίζει να προσφύγει. Πρέπει να υπάρχει συγκεκριμένη νομική βάση δικαιοδοσίας· είτε μέσω γενικότερης αναγνώρισής της είτε μέσω ειδικής συμφωνίας των δύο κρατών. Ο Καραμανλής είχε προσπαθήσει από τον Ιανουάριο του 1975 να επιτύχει το δεύτερο. Ενα συνυποσχετικό που θα οδηγούσε συντεταγμένα τη διαφορά ενώπιον των δικαστών. Οταν τελικά δεν κατέστη δυνατό να συμφωνηθεί συνυποσχετικό με την Τουρκία, η Αθήνα επιχείρησε το 1976 τη μονομερή οδό. Η Χάγη έκλεισε τελικά αυτή την πόρτα, χωρίς όμως να απαντήσει στο ερώτημα για το οποίο η Ελλάδα είχε προσφύγει εξαρχής.







